Ένα καινούργιο (;) διαδικτυακό παιχνίδι έσκασε μύτη…Με την πρώτη ματιά δείχνει εύκολο, στην πορεία διασπιστώνεις πως μάλλον δεν είναι και τόσο! Ο φλύαρος Αίολος άνοιξε τους ασκούς του και μου πέταξε την πρόσκληση.

Με απλές οδηγίες οι 5 τυχεροί που θα ανακοινώσω στο τέλος, πρέπει να σχολιάσουν (αν συμφωνούν ή διαφωνούν) 2 φράσεις δικές μου (την 2η και 4η) και να πασάρουν άλλες 2 (μια ενός γνωστού διανοητή και μια δικής τους εμπνεύσεως) σε 5 άλλους blogger επιλογής τους.

Συγκεκριμένα το post σας πρέπει να αποτελείται από:

1 γνωστη φραση συγγραφεα κτλ που του πασαρει ο συναδελφος του που τον καλει να παιξει (δηλαδή εγώ)
1 γνωστη φραση συγγραφεα κτλ που διαλεγει ο blogger (δηλαδή εσύ)
1 φραση που φτιαχνει ο συναδελφος που τον καλει να παιξει (δηλαδή πάλι εγώ)
1 φραση που φτιαχνει ο ιδιος ο blogger και την πασαρει στους αλλους 5 (δηλαδή πάλι εσύ)

Δες το και στην πράξη:

1. Η γνωστή φράση που δίνει ο Αίολος:
Αυτός που σπέρνει δάκρυα και πόνο θερίζει την αυγή θανατικό· μαύρα πουλιά του δείχνουνε το δρόμο (Μάνος Ελευθερίου- Τα λόγια και τα χρόνια τα χαμένα)”.

Σχολιάζω: Ένας συγκλονιστικός (τη μισώ αυτή τη λέξη, έχει παραχρησιμοποιηθεί…αλλά δε βρίσκω άλλη για τον συγκεκριμένο) στίχος, όπου ο πόνος ταυτίζεται σχεδόν με το θάνατο – τις περισσότερες φορές ο δεύτερος χρησιμοποιείται ως λύτρωση απ’ τον πρώτο…Ο Ελευθερίου όμως εδώ τον ανάγει σε άμεση συνέπειά του.

2. Η γνωστή φράση που δίνει το Λάθος – Πάθος:
Ένας βλάκας που περπατάει είναι σίγουρα πολύ πιο χρήσιμος από δέκα διανοούμενους που κάθονται“.
Ζακ Οντιμπερτύ (Γάλλος ποιητής)

3. Φράση του φλύαρου Αιόλου:
Τι να’ ναι άραγε αυτό
που λάμπει στ’ άβαθα νερά μας
αφού το όνειρο ξαπλώνει στο πρώτο νεύμα της αυγής
;”

Σχολιάζω: “Έρωτας νά ‘ναι η συμφορά που κάποιου αγγέλου τα φτερά έχει φορέσει
Κι έρχεται γι άλλη μια φορά με τέτοια δώρα τρυφερά να με πλανέψει
Μα ό,τι και νά ‘ναι το ποθώ
Και καλώς να ’ρθει το κακό που είναι από σένα
Θα γίνει υπέρτατο αγαθό, στα πόδια σου αν θα σωριαστώ τα αγαπημένα…”

Δεν ξέρω γιατί, αλλά ήταν η πρώτη σκέψη που μου ήρθε στο νου διαβάζοντας το στιχάκι σου…Το μαγικό είναι ότι ο καθένας μπορεί να το πάρει με ένα σωρό διαφορετικούς τρόπους…!

4. Φράση από το Λάθος – Πάθος:
“…Κάθε που ο νους μου αλητεύει πίσω από χνάρια τρελού
Με στοιχειά και φεγγάρια φερμένα απ’ αλλού
Ξορκίζω κάθε πεθυμιά μου που κρατώ στο χέρι
Με ονείρατα, με λέξεις, με μαχαίρι
…”

Κλείνοντας, να δώσω κι εγώ πάσα με τη σειρά μου στους :

ΈνΤεΚα.. , ΜπΑμΠάΚηΣ , Μη ΦιΛάΣ τΟ βΆτΡαΧο , Ο ΠαΡαΜυΘάΣ και 2 Shots of Happy 1 Shot of Sad.

1183463206.jpg

Θέλω μια μέρα να σου γράψω ένα παραμύθι με χίλιες λέξεις…

Χίλιες. Μία για κάθε φιλί που σου χρωστάω.
Σ’ ονειρεύομαι…Σε βλέπω να στέκεσαι μετέωρος ανάμεσα σε θάλασσα κι ουρανό, έχεις δυο φλόγινα φτερά που σε κρατάνε, με κοιτάς λες κι έχεις αιχμαλωτίσει το χρόνο έτσι που έχει πάψει πια να είναι ένοχος. Σε φοβάμαι. Απελπισμένα σε ικετεύω να αποθέσεις όλο σου το πάθος πάνω μου – δε με νοιάζει, όσο βάρος κι αν μπορεί να κουβαλάει. Έλα.. Σε περιμένω.

Περιμένω το ένοχο βλέμμα σου. Δεν τις αντέχω άλλο τις μέρες, περνούν τόσο σκληρά…Κολλάνε πάνω στην πλάτη μου, γαντζώνονται, απλώνονται σε όλο μου το κορμί, μου αφήνουν χαρακιές, με πονάνε, αλλά δε μένουν εκεί…Καταφέρνουν και μπαίνουν μέσα μου άγριες, γεμάτες αγκάθια, και με πληγώνουν, γδέρνουν, ματώνουν την καρδιά μου…

Γιατί θέλω επιτέλους να κατοικήσω μέσα σου – δε με πειράζει που δεν το ξέρεις. Δε με πειράζει καν που δε θα το μάθεις ποτέ. Πώς είπες; Η μοίρα; Όχι, όχι, στη μοίρα δεν καταλογίζω τίποτα. Δεν θέλω να ξέρω ούτε κι αν υπάρχει. Εμείς. Εμείς για όλα. Πρώτα ονειρευόμαστε, έπειτα καιγόμαστε… Η μοίρα πάντα τελευταία θα κουνήσει το κεφάλι.

Τα δυο σου πύρινα φτερά σ’ εγκαταλείπουν, τρομάζεις, δε θέλεις να πέσεις στη θάλασσα, φοβάσαι πως θα πνιγείς.

Δε θέλω να σε βλέπω να αιμορραγείς. Δεν τα αντέχω τα φοβισμένα κόκκινα.

«Θα σε σώσω», σου λέω. «Αλλά θα έχεις ένα τίμημα: Να με σώσεις μετά κι εσύ. Να με καταδικάσεις σ’ έναν ισόβιο έρωτα».

Σταμάτα να φοβάσαι. Ίσως να μη με βλέπεις, ίσως να μη με είδες ποτέ. Αλλά είμαι γύρω σου.

Το ξέρεις πως μέσα στο μυαλό μου σ’ έχω σαν χαρταετό; Μη γελάς, ντρέπομαι…Αλλά σου λέω αλήθεια. Κι όλο σε βλέπω να πετάς. Να μου φεύγεις. Σα να ‘μαι εγώ ο κάτοχός σου, να κρατάω σφιχτά στα χέρια μου το σπάγκο σου και κάθε φορά να σ’ αφήνω ασυναίσθητα να πετάς μακριά από μένα – άλλωστε αυτό αγαπάω σε σένα. Το πέταγμα.

Πέτα, λοιπόν.

Ψάξε με. Έλα να με βρεις. Κι αν αξίζει τον κόπο, μείνε μαζί μου. Δίπλα μου.
Όμως πρώτα ψάξε με.

earlymorning.jpg

Από πλήξη οδηγούμαστε στην ιερή λατρεία του εξ ορισμού ανέφικτου…Μην το φοβηθείς! Ακόμη κι αν ορίζεται στυγνά απ’ το αδιέξοδο. Ακόμη κι αν το ίδιο μερικές φορές ούτε καν για τα προσχήματα δεν επιμένει στην πρέπουσα και καθορισμένη ιδεολογία του. Και πάνω απ’ όλα μην το ντύσεις απ’ την αρχή με τελεσίδικη καταδίκη…

Με βλέπω στο κατάστρωμα ενός πλοίου ∙ ή μάλλον όχι. Δεν είμαι εγώ. Είναι μόνο η σκιά μου. Της αρέσει να με ξεγελάει πού και πού, νομίζει πως δεν την παίρνω είδηση κι όλο χαμογελάει στον αέρα, κι όλο χορεύει με το χώμα και τα σύννεφα.

Ο καφές μου έχει κύματα.

Θα σου χαρίσω ένα φεγγάρι κόκκινο, το ωραιότερο φεγγάρι του κόσμου – θα το κλέψω μια μέρα απ’ το παρτέρι τ’ ουρανού και θα τ’ αφήσω να μπλεχτεί μέσα στα δάχτυλά σου – να το ‘χεις πυξίδα για τα ταξίδια σου τις νύχτες…Παράπονο το έχω.

Ποτέ δε μ’ έχεις πάρει μαζί σου να δω κι εγώ από κοντά όλα εκείνα που ακούω στα παραμύθια σου. Τα κάστρα με τις ρημαγμένες πολεμίστρες που μυρίζουν ακόμα φόβο και μπαρούτι, τις νεράιδες που για εκδίκηση παίρνουν τη λαλιά των ανθρώπων, τα μέρη που πάνε τα πεφταστέρια όταν ξεκαρφιτσωθούν απ’ το χάρτη της νύχτας, τις λυπημένες γοργόνες που κλαίνε για κάποιον πνιγμένο πρίγκιπα, τα θυμωμένα στρείδια που δε χαρίζουν ούτε ένα μαργαριτάρι χωρίς αντάλλαγμα, τα λουλούδια της θάλασσας που ποτέ κανένας άντρας δε χάρισε στην καλή του, τα πάθη και τους στεναγμούς όσων συνεχίζουν να στριφογυρίζουν μόνοι τους, πια, το μαχαίρι στην πληγή…

Τίποτα, δυο γρατζουνιές κλέβω μόνο απ’ τα λόγια σου για να σκαλίσω δικά μου παραμύθια πάνω σε καινούργια χείλη…

Κι αυτό γιατί κουράστηκα απ’ τα ψέματα, κουράστηκα να γαντζώνομαι από πάνω τους – ή αυτά από εμένα – και να αφήνομαι σ’ ένα αιώνιο εκκρεμές που τρέφεται αποκλειστικά από ενοχές και βαριές ανάσες:
Φως – Σκοτάδι
Φως – Σκοτάδι

Όλα αυτά τα γράφω με ανεξίτηλο μελάνι πάνω στη ράχη από ένα φύλλο λεύκας, ορκισμένο να πέσει πάνω στον ώμο σου την ώρα που εσύ θα τρέχεις να λουστείς στη δική σου, αλώβητη από λάθη, θάλασσα.

166_mono_lake_with_tufas_in_full_moon.jpg

Φτάσαμε κι απόψε στου καημού την ώρα
Πώς να φύγω τώρα, πώς να σ’ αρνηθώ…
Μια σκουριά για θαύμα κι ένα φως κηλίδα
Άστραψε και σ’ είδα πριν σε θυμηθώ…

Κι ήταν πάντα η νύχτα
Τις φωνές που πνίγει
Για να αντέχουν λίγοι
Κι ήταν πάντα η νύχτα…
Κι ήταν που κοιτούσες όλα αυτά που σβήνουν
Τι μπορούν να γίνουν μ’ ένα σ’ αγαπώ

Φτάσαμε κι απόψε στη στροφή του δρόμου
Σαν ταινία τρόμου, που δε θες να δω…
Μια ζωή χαμένη, μ’ ένα λάθος βέλος
Κι άρχιζα απ’ το τέλος το σκοτάδι αυτό…

Κι ήταν πάντα η νύχτα…

star_bigl.jpg

 

Θυμάται ο νους, τρέμει η καρδιά/ Άτυχοι έρωτες, μπλεγμένες ζωές

Κι είπα: “το τέλος είναι εδώ”/ Μα με τρομάξαν οι σκιές

 

Κίνησα νά ‘βρω ουρανό/ Να νιώσω λίγο από τ’ αστέρια

Δίχως πλανέματα του νου/ Και με φτερά αντί για χέρια

 

Χρώματα, φώτα, μυρωδιές/ Κι ευχές θολές πήρα μαζί μου

Κράτησα ξόρκια, έσυρα μάγια/ Μα άφησα πίσω την ψυχή μου

 

Κι όπως γλιστρούσα στα κρυφά/ Πάνω στης τρέλας σου το χάρτη

Με σένα πέταξα ψηλά/ Ως του ονείρου μου την άκρη

 

Πόθοι μου απόκρυφοι

Μοίρα μου αλλόκοτη

Είχα ξεχάσει πια να ζω

Μα ήρθες, με πήρες από ‘δω

Ζητούσα λίγα, είχες πολλά

Κι ένιωσα ζωντανή ξανά

 

Έψαχνα μόνο για ένα αστέρι/ Μα εσύ μ’ έντυσες με ουρανό

Μια σταγόνα μόνο ζήτησα/ Και μού ‘δωσες ωκεανό

 

Νύχτες υγρές, μέρες φωτιά/ Βράδια που σε κρατάω σφιχτά

Μεθάει η καρδιά και νιώθω ότι έχω/ Τον κόσμο όλο αγκαλιά…

hide_and_seek.jpg

Κατεβαίνω με φόρα για τη θάλασσα. Θέλω μια μεγάλη υγρή αγκαλιά, θέλω να χωθώ ολόκληρη μέσα της και να με ξεβράσει εκείνη όπου και όποτε της κάνει κέφι…

Δε σε ξέρω.

Όμως υπάρχει κάτι γύρω σου, πάνω σου ή μέσα σου που σε κάνει τόσο γνώριμο, τόσο οικείο, νιώθω να σ’ έχω μέσα μου εγκλωβισμένο χρόνια…Μα ήρθε η ώρα. Φτου, ξελεφτερία! Σαν το κρυφτό, που έπαιζα μικρή, όταν η γειτονιά μου μύριζε ψημένα κάστανα και καφέ το χειμώνα, κεράσια και χίλια γιασεμιά το καλοκαίρι…Ακόμα έχω τα σημάδια απ’ τις φορές που πλήγωνα τα γόνατά μου – κάθε κρυψώνα μου και μια πληγή. Ερχόταν, τότε, με αγκάλιαζε, με σήκωνε στα χέρια του, μού ‘σκαγε ένα τρυφερό φιλί και μού ‘λεγε “Μην κλαις, πριγκίπισσα!…Μη φοβάσαι. Είμαι εδώ, ό, τι και να γίνει. Πάντα μαζί. Οι δυο μας.”

Μακάρι να μην έφευγαν ποτέ εκείνες οι μέρες που έκανες τον πόνο μου να περνάει με φιλιά.

Όμως τα χρόνια πέρασαν, μπαμπά…Κι εσύ ούτε που έρχεσαι…Κι ούτε φοράω πια φτεράκια ή πεταλούδες στα μαλλιά μου…Κι εγώ πονάω που δε σε βλέπω…Κάνε ένα κόλπο σου, από εκείνα, τα παλιά, να γίνω η πριγκίπισσά σου και πάλι…Σε παρακαλώ…

Σου είμαι πολύ θυμωμένη και θέλω να το ξέρεις. Γιατί μου υποσχέθηκες, αφού ήξερες ότι δε θα κρατούσες την υπόσχεσή σου;…

 feminine-ists.jpg

ΜΕΣΑ. Εδώ. Ό, τι νά ‘ναι.
Και τα λάθη μου, και τα πάθη μου, και οι αμαρτίες μου…Όλα δικά μου.
Μέχρι να ξυπνήσει ένα πρωί η καρδιά μου καινούργια…
Στην υγειά σας!